Την άνοιξη του 2016, ύστερα από 30 χρόνια εργασιών συντήρησης και αναστήλωσης,  άνοιξε για το κοινό και για λίγους μόνο μήνες, ο ναός της Santa Maria Antiqua. Βρίσκεται στο εσωτερικό του αρχαιολογικού χώρου της Ρωμαϊκής Αγοράς, κάτω ακριβώς από τον Παλατινό Λόφο, τοποθεσία που όπως θα δούμε είχε ιδιαίτερη σημασία για την ιστορία του ναού.

Αν και άγνωστη στο πλατύ κοινό, πρόκειται για μια από τις σημαντικότερες εκκλησίες στον κόσμο, καθώς θάφτηκε κυριολεκτικά τον ένατο αιώνα και ανακαλύφθηκε μόλις κατά τον εικοστό, επιτρέποντας μας να δούμε πώς ήταν ένας παλαιοχριστιανικός ναός χωρίς τις επιδράσεις του 16ου και του 17ου αιώνα και φυσικά του μπαρόκ. Αποτελεί επίσης μια εξέχουσα μαρτυρία βυζαντινής τέχνης, όπως αυτή αναπτύχθηκε πριν υποστεί τις συνέπειες της εικονομαχίας. Αποκαλείται από πολλούς η «Καπέλα Σιξτίνα του πρώιμου Μεσαίωνα».

Ιστορική αναδρομή

Αρχικά οι χώροι δεν είχαν σχέση με την λατρεία αλλά ανήκαν στο συγκρότημα της αυτοκρατορικής ράμπας που οδηγούσε από την Αγορά στην αυτοκρατορική οικία. Μάλλον ανήκαν στην Βιβλιοθήκη του ναού του Αυγούστου. Με την παρακμή της αυτοκρατορίας, την κάθοδο των Γότθων και την επέμβαση του Ιουστινιανού με την εκστρατεία στην Ιταλία με επικεφαλής τον Βελισάριο, θα δυναμωθεί η βυζαντινή παρουσία στην Ρώμη. Η παρουσία αυτή θα γίνει ακόμα πιο αισθητή ύστερα από την χαριστική βολή που δόθηκε από τον Ναρσή κατά των Οστρογότθων στην μάχη του όρους Λακτάριου, νότια του Βεζούβιου, όπου σκοτώθηκε και ο Τεϊας, ο διάδοχος του Τοτίλα και η οποία σημάδεψε την υποταγή των Οστρογότθων. Ο Ναρσής, οι βυζαντινοί αξιωματούχοι και η ανώτερη ταξη τότε θα εγκατασταθούν μαζικά στον Παλατινό Λόφο, εκεί που άλλοτε κατοικούσαν οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες. Την ίδια εποχή, πάντα με την φροντίδα των βυζαντινών, θα σημειωθεί μια  έντονη δραστηριότητα οικοδόμησης εκκλησιών, αφιερωμένων στην πλειοψηφία τους στην Παναγία. Έτσι, στο σημείο αυτό θα δημιουργηθεί αρχικά ένας πρώτος πυρήνας λατρείας και στην συνέχεια θα εξελιχθεί σε ναό.

Ήταν μια εποχή κατά την οποία οι επιδρομές των βαρβάρων, η φυγή των αυτοκρατόρων και οι πόλεμοι, είχαν μετατρέψει την Ρώμη των 2 εκατομμυρίων κατοίκων της εποχής του Μ. Κωνσταντίνου σε μια σχεδόν κομώπολη μόλις 30.000 κατοίκων. Μια πόλη που μαστίζονταν από αναρίθμητα προβλήματα, ξεκινώντας από την υγιεινή και τις διάφορες βεντέτες και διαμάχες για την εξουσία μεταξύ των διαφόρων φατριών. Ωστόσο η τέχνη ετοιμάζονταν να αναγεννηθεί, ειδικά χάρη στους εξόριστους τεχνίτες του ψηφιδωτού και της νωπογραφίας και τους μοναχούς που έφτασαν από το Βυζάντιο, για να ξεφύγουν από τις εικονοκλαστικές διώξεις.

Το προαύλιο. Διακρίνονται οι κόγχες στα πλευρά.

Santa Maria Antiqua, το εσωτερικό του ναού

Σάντα Μαρία Αντίκουα

Σάντα Μαρία Αντίκουα

Ο ναός της Santa Maria Antiqua είναι ο πρώτος χριστιανικός ναός της Ρωμαϊκής Αγοράς. Θα ανεγερθεί από τους Βυζαντινούς κατά τον 6ο αιώνα και θα λειτουργήσει για δυόμισι περίπου αιώνες, μέχρι το 847, όταν θα υποστεί ζημιές λόγω σεισμού. Η ημερομηνία είναι βέβαιη γιατί έχει καταγραφεί στο Liber Pontificalis. Με το σεισμό κατέρρευσαν οι δομές των αυτοκρατορικών μεγάρων στην κορυφή του λόφου και ο ναός θάφτηκε από τα ερείπια που έπεσαν πάνω του. Τότε ο Πάπας Λέων Δ΄ (847 – 855) αποφάσισε να αφήσει τον ναό θαμμένο και να μεταφέρει την λατρεία της Παναγίας σε μια νέα εκκλησία, η οποία χτίστηκε εκ του μηδενός εκεί κοντά και πήρε το όνομα Santa Maria Nova (σήμερα ονομάζεται Σάντα Φραντσέσκα Ρομάνα). Έτσι, η Santa Maria Antiqua παρέμεινε σφραγισμένη και θαμμένη κάτω από τα ερείπια και το χώμα για περισσότερα από 1000 χρόνια, καθώς στην αρχαία ιστορική βιβλιογραφία γίνονταν συχνά σύγχυση και την έψαχναν κάτω από την Santa Maria Nova, νομίζοντας πως αυτή η τελευταία είχε ανοικοδομηθεί πάνω στην παλιά.

Η Santa Maria Liberatrice πριν και κατά την διάρκεια της κατεδάφισής της. Από κάτω της βρίσκεται η Santa Maria Antiqua. Διακρίνεται η υψομετρική διαφορά, με την μάζα χώματος που κάλυπτε πριν έναν αιώνα την Ρωμαϊκή Αγορά.

Η Santa Maria Liberatrice πριν και κατά την διάρκεια της κατεδάφισής της. Από κάτω της βρίσκονταν η Santa Maria Antiqua. Διακρίνεται η υψομετρική διαφορά στην Ρωμαϊκή Αγορά, πριν τις μαζικές ανασκαφές.

Το 1617 ακριβώς πάνω από την θαμμενη Santa Maria Antiqua χτίστηκε μια άλλη εκκλησία, η Santa Maria Liberatrice την οποία διαχειρίζονταν καλόγριες. Το 1702, κατά τη διάρκεια ανασκαφών στον κήπο της εκκλησίας, βρέθηκε το πίσω τοίχωμα του θαμμένου κτιρίου και έγινε αντιληπτό πως κάτι υπήρχε σε χαμηλότερο επίπεδο. Επειδή όπως δεν υπήρχαν τα απαραίτητα κεφάλαια, το σημείο των ανασκαφών καλύφθηκε ξανά. Το 1900 ο αρχαιολόγος Giacomo Boni θα ανακαλύψει την Santa Maria Antiqua και ειδικά μια μαρμάρινη πλάκα όπου ήταν αναγραμμένο το όνομα του ναού. Για τις ανασκαφές χρειάστηκε να κατεδαφιστεί εξ ολοκλήρου η Santa Maria Liberatrice, αφού πρώτα δόθηκαν οι απαραίτητες διαβεβαιώσεις στις μοναχές πως η εκκλησία τους θα ξαναχτίζονταν σε άλλο σημείο της πόλης.

Οι τοιχογραφίες

 Στο εσωτερικό του ναού είναι ακόμη ορατά περίπου 250 τ.μ. τοιχογραφιών (60% από αυτές με σοβαρές ζημιές λόγω της υγρασίας) από τα περίπου αρχικά 1000 τ.μ., φιλοτεχνημένες μεταξύ 6ου και 9ου αιώνα. Η xρονολόγησή τους μπορεί να προσδιοριστεί με αρκετή ακρίβεια, με βάση την παρουσία  μορφών που απεικονίζονται με μπλε τετράγωνο φωτοστέφανο, το οποίο χρησιμοποιούνταν όταν κάποιος βρίσκονταν ακόμα εν ζωή (αντίθετα, το στρογγυλό χρυσό φωτοστέφανο χρησιμοποιείται αποκλειστικά για τους αγίους και τους μάρτυρες).

Εδώ μπορούμε να δούμε την πρώτη γνωστή απεικόνιση της Παναγίας σε θρόνο. Αποτελούν επίσης ένα θεμελιώδες τεκμήριο για τη μελέτη της πρώιμης βυζαντινής ζωγραφικής, καθώς δεν κατάφερε να επιζήσει σχεδόν τίποτα από εκείνη την περίοδο στην Ανατολή, μετά την εικονοκλαστική κρίση του 726.

Το αρχικό ρωμαϊκό κτίριο είχε σχήμα βασιλικής: ήταν μια ορθογώνια αίθουσα χωρισμένη σε τρία κλίτη. Στο οπίσθιο τοίχο ανοίχτηκε μια μικρή κόγχη και στις πλευρές του πρεσβυτερίου δύο μικρά παρεκκλήσια. Στο τετράγωνο προαύλιο που χρησίμευσε σαν προθάλαμος βρίσκονται τα ερείπια ενός impluvium από την εποχή του Καλιγούλα και κόγχες κατά μήκος των τοίχων, ίσως για αγάλματα αυτοκρατόρων, καθώς και ίχνη τοιχογραφιών. Στα αριστερά της Εκκλησίας βρίσκεται η αυτοκρατορική ράμπα που οδηγεί στον Παλατίνο Λόφο.

Το αρχικό ρωμαϊκό κτίριο είχε σχήμα βασιλικής: ήταν μια ορθογώνια αίθουσα χωρισμένη σε τρία τμήματα. Στο οπίσθιο τοίχο ανοίχτηκε μια μικρή κόγχη και στις πλευρές του πρεσβυτερίου δύο μικρά παρεκκλήσια. Στο τετράγωνο προαύλιο που χρησίμευσε σαν προθάλαμος βρίσκονται τα ερείπια ενός impluvium από την εποχή του Καλιγούλα και κόγχες κατά μήκος των τοίχων, ίσως για αγάλματα αυτοκρατόρων, καθώς και ίχνη τοιχογραφιών . Στα αριστερά της Εκκλησίας βρίσκεται η αυτοκρατορική ράμπα που οδηγεί στον Παλατίνο Λόφο.

Οι τοιχογραφίες της Santa Maria Antiqua δημιουργήθηκαν σε διάφορες χρονικές στιγμές και διακρίνονται καθαρά οι διαδοχικές επικαλύψεις, οι οποίες τεκμηριώνονται σε ένα τμήμα τοίχου δίπλα στην κόγχη που ονομάστηκε «παλίμψηστο» και αποτελεί ορόσημο στην ιστορία της μεσαιωνικής ζωγραφικής. Σε αυτό το σημείο είναι αναγνωρίσιμα 7 στρώματα τοιχογραφιών, τα οποία ανάγονται στις εργασίες 5 παπών. Χαρακτηριστικό των τοιχογραφιών είναι πως σπάνια «αφηγούνται» επεισόδια της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης, στην συντριπτική τους πλειοψηφία επεικονίζουν μορφές. Επίσης, όλα τα ονόματα των αγίων που απεικονίζονται είναι γραμμένα στα ελληνικά. Είναι κοινή πεποίθηση πως πολλές τοιχογραφίες φιλοτεχνήθηκαν από βυζαντινούς τεχνίτες που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το Βυζάντιο κατά την περίοδο της Εικονομαχίας, αν και ορισμένες ανηκουν σε ντόπιους καλλιτέχνες.

Το «παλίμψηστο». Οι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν 7 διαδοχικές στρώσεις κονιαμάτων. Η Παναγία Βασίλισσα στον Θρόνο ανήκει στην 3η στρώση και ανάγεται στο 530-550, όταν ο ναός δεν είχε ακόμα αποπερατωθεί. Θεωρείται η πρώτη γνωστή απεικόνιση της Παναγίας σε θρόνο.

Το «παλίμψηστο». Οι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν 7 διαδοχικές στρώσεις κονιαμάτων. Η Παναγία Βασίλισσα στον Θρόνο ανήκει στην 3η στρώση και ανάγεται στο 530-550, όταν ο ναός δεν είχε ακόμα αποπερατωθεί. Θεωρείται η πρώτη γνωστή απεικόνιση της Παναγίας σε θρόνο.

Επεμβάσεις και πολιτική

Οι πρώτες επεμβάσεις ανήκουν στον Μαρτίνο Α’ (649-653), ειδικά στο πρεσβυτέριο και στο κεντρικό κλίτος. Ο Μαρτίνος πέθανε στην εξορία και μαρτύρησε, γιατί αντιτάχθηκε στον αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης, Κώνστα Β΄. Στην συνέχεια μεγάλες επεμβάσεις θα γίνουν από τον Ιωάννη Ζ’ (705-707), Έλληνα από την Καλαβρία (ήταν ο τελευταίος Έλληνας πάπας και ο τελευταίος πάπας που ένοιωσε κάποια υποχρέωση προς τον αυτοκράτορα), ο οποίος θα αποφασίσει να μεταφέρει την έδρα του παπισμού από το Λατερανό στον Παλατινό Λόφο (μοναδική φορά στην ιστορία), ο οποίος συνδέονταν μέσω της αυτοκρατορικής ράμπας με την Santa Maria Antiqua. Έτσι, επί των ημερών του, η εκκλησία θα μετατραπεί σε  βασιλική και σε καθεδρικό ναό του κράτους.

Η μεταφορά της έδρας από το Λατερανό αντιστοιχούσε σε ένα σαφές πολιτικό πρόγραμμα, το οποίο έθετε τα θεμέλια για το μελλοντικό κράτος της Εκκλησίας: Έθετε υπό την κατοχή της την τοποθεσία που συμβολικά ταυτίζονταν με την εξουσία, σε μια ιστορική περίοδο όπου τα καθήκοντα της πολιτικής εξουσίας και εκπροσώπησης της κοινότητας της πόλης αναλαμβάνονταν όλο και περισσότερο από τον ποντίφικα. Παράλληλα, με αυτή την επιλογή ο πάπας έθετε συμβολικά τον εαυτό του υπό την προστασία του Δούκα της Ρώμης, τον βυζαντινό διαχειριστή της πόλης, που κατοικούσε στην Οικία του Δομιτιανού, πάντα στον Παλατινό Λόφο.

Κεντρική μορφή στις τοιχογραφίες της εποχής του Ιωάννη Ζ’ είναι η Παναγία. Η απέραντη λατρεία αυτού του πάπα προς την Παναγία και ο ζήλος που θα δείξει, δοξάζοντάς την διαμέσου των αναπαραστάσεων, γεννούν την υποψία πως ο Ιωάννης Ζ’ χρησιμοποίησε την βυζαντινή εικονογραφία και για πολιτικούς σκοπούς: χάρη στις πολλές απεικονίσεις, όπου εμφανίζεται στο πλευρό της Παναγίας σαν δωρητής και κατ’ επανάληψη σαν «δούλος της Παρθένου», διακηρύττει έξυπνα την πίστη του στην Παναγία αλλά όχι στον βυζαντινό αυτοκράτορα.

Μεταγενέστερες τοιχογραφίες ανήκουν στην εποχή του πάπα Ζαχαρία (741-752), τον πάπα που ξεκίνησε τις πρώτες επαφές με την Αυλή των Φράγκων, προοίμιο της απόσπασης από την Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Αναπαριστάται δίπλα στον δωρητή Θεόδοτο, στο ομώνυμο παρεκκλήσι. Ο τελευταίος, ανώτερος αξιωματούχος της παπικής γραφειοκρατίας και πρεσβευτής του πάπα στους Φράγκους, ήταν ο διαχειριστής της διακονίας της εκκλησίας. Είναι η εποχή όπου η Ρώμη αντιστέκεται στο εικονοκλαστικό ρεύμα και αντιδρά με μια απίστευτη παραγωγή εικόνων.

Οι τελευταίες επεμβάσεις ανήκουν στις εποχές του Παύλου Α’ (757-767) και Αδριανού (772-795), τον πάπα που θα δώσει ιδιαίτερη σημασία στην πόλη της Ρώμης, στα πλαίσια της Καρολίγγειας Αναγέννησης (Renovatio Carolingiana), με ένα κύμα κατασκευαστικού οργασμού, όπου θα ανακατασκευαστούν τα κτίρια, θα κατασκευαστούν ναοί, θα αποκατασταθούν τα υδραγωγεία, θα δυναμώσει το εμπόριο και οι οικονομία.

Κόγχη

Η κόγχη παρουσιάζει σοβαρές ζημιές και λείπουν τμήματα των τοιχογραφιών. Αναγνωρίζεται ο Χριστός στον Σταυρό, με φωτοστέφανο. Στα πλευρά του χερουβείμ και άγγελοι Τον υμνούν. Κάτω, με λευκά γράμματα σε κόκκινο φόντο, βιβλικά χωρία που σχετίζονται με το Πάθος. Λίγο πιο κάτω, ομάδες ανδρών και γυναικών λατρεύουν το Σταυρό.
Σε χαμηλότερο επίπεδο στην κόγχη απεικονίζεται ο Χριστός να ευλογεί, κρατώντας το ευαγγέλιο με το αριστερό χέρι. Σε κάθε πλευρά βρίσκονται οι φτερωτές κεφαλές των ευαγγελιστών με τα σύμβολά τους. Στα δεξιά του Χριστού, η Παναγία παρουσιάζει τον Παύλο Α΄(παραγγελιοδότη του τελευταίου στρώματος), ο οποίος φέρει το τετράγωνο φωτοστέφανο και την επιγραφή sanctissimus pp. romanus (αγιότατος πάπας Ρώμης). Ρωμανός. Οι αρχαιολόγοι υποθέτουν πως πρωτύτερα στην κόγχη υπήρχε άλλη τοιχογραφία, με θέμα την Παναγία.

Η κατάσταση της κόγχης σήμερα

Υποθετική αναπαράσταση της κόγχης (1904)

Τα δύο παρεκκλήσια

Το παρεκκλήσι των Αγίων Ιατρών της Santa Maria Antiqua μπορεί να χαρακτηριστεί σαν το διακονικό που συναντάμε στις βυζαντινές εκκλησίες.
Οριοθετείται από ψηλούς τοίχους και φωτίζεται από ένα μεγάλο παράθυρο ψηλά, από το οποίο πέφτει ένα απαλό φως που προσδίδει μια απαλή ατμόσφαιρα στον χώρο. Το παρεκκλήσι παίρνει το όνομα του από μια σειρά τοιχογραφιών που χρονολογούνται στην εποχή του Πάπα Ιωάννη Ζ’ και που απεικονίζουν τις μορφές των Αγίων Αναργύρων, θεραπευτών που δεν δέχονταν χρήματα. Χάρη στην παρουσία αυτών των μορφών, το παρεκκλήσι χρησιμοποιούνταν από τους ασθενείς που παρέμεναν εκεί κατά την διάρκεια της νύχτας, πέφτοντας σε εγκοίμηση (incubatio), αναμέντας την ίασή τους.

Το παρεκκλήσι του Θεοδότου είναι αφιερωμένο στο μαρτύριο των Αγίων Κηρύκου και Ιουλίττης. Φιλοτεχνήθηκε επί πάπα Ζαχαρία και ο κύκλος των τοιχογραφιών είναι ο καλύτερα διατηρημένος του ναού. Σε κεντρική θέση βρίσκεται ο Εσταυρωμένος: Ο Χριστός φορεί κολόβιο (αχειρίδωτο ποδήρες ρούχο) και όχι το περίζωμα που επεκράτησε από τα τέλη του 9ου αιώνα. Φαντάζει ζωντανός πάνω στο Σταυρό σε όρθια στάση, με ανοιχτά μάτια και με το κεφάλι τεντωμένο. Ουσιαστικά βλέπουμε μία άρνηση, δηλαδή μία μεγάλη δυσκολία των καλλιτεχνών της εποχής να μπορέσουν να αναπαραστήσουν το θάνατο του Θεού. Η απόδοση αυτή λαμβάνει υπόψη της τόσο την βυζαντινή παράδοση (μετωπικότητα, ιεράρχηση των αναλογιών, συμμετρία), όσο και μια νέα γλώσσα πιο προσιτή στους ανθρώπους, εμφανής σε ορισμένες ρεαλιστικές λεπτομέρειες: οι πάσσαλοι στην βάση του σταυρού για να τον στερεώσουν, το έδαφος όπου στέκονται η Παναγία και ο Ιωάννης, ο δυναμισμός των δύο Ρωμαίων στρατιωτών (ο Λογγίνος με τη λόγχη και ο άλλος, με το σφουγγάρι βρεγμένο με ξίδι).

Κάτω και δεξιά ο Θεόδοτος προσφέρει στον Ζαχαρία ένα πρόπλασμα του ναού. Στην επιγραφή διακρίνεται η λέξη «Antiqua», ένα παραπάνω τεκμήριο ως προς την ταυτότητα του ναού. Η διακόσμηση του παρεκκλησιού συμπληρώνεται με σκηνές από το μαρτύριο των Αγίων Κηρύκου και Ιουλίττης.

Ο υπόλοιπος χώρος

Είναι αδύνατον να σταθούμε λεπτομερώς σε ό,τι έχει να επιδείξει η Σάντα Μαρία Αντίκουα. Παρακάτω δίνεται μια σύντομη περιγραφή των κυριοτέρων σημείων.

Το αριστερό κλίτος καλύπτεται από μια τοιχογραφία που απεικονίζει τον Χριστό στον Θρόνο, με το δεξί χέρι υψωμένο να ευλογεί, ενώ στο αριστερό κρατά ένα περίτεχνο Ευαγγέλιο. Στα αριστερά του στέκονται 9 Άγιοι και Διδάσκαλοι της Ανατολικής Εκκλησίας (Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Γρηγόριος Ναζιανζηνός, Μέγας Βασίλειος, Πέτρος Αλεξάνδρειας, Κύριλλος κλπ) και στα δεξιά του 11 της Λατινικής Εκκλησίας (Κλήμης, Σιλβέστρος, Λέων κλπ). Όλα τα ονόματα είναι γραμμένα στα ελληνικά. Από πάνω διακρίνεται μια σειρά σκηνών της Παλαιάς Διαθήκης. Στα πόδια του Χριστού βρίσκεται ένας μικρός βωμός. Στην δεξιά φωτογραφία διακρίνεται σε πρώτο πλάνο μια από τις 5 σαρκοφάγους που βρέθηκαν κάτω από το δάπεδο του ναού. Πρόκειται για μια σαρκοφάγο του 3ου αιώνα μ.Χ. εξαιρετικής σημασίας, καθώς είναι μια από τι πρώτες χριστιανικές, διακοσμημένη με βιβλικές σκηνές (ζωή του Ιωνά, Βάπτιση του Χριστού).

Η εικόνα της Παναγίας Οδηγήτριας, έργο του 5ου αιώνα. Είναι η πιο παλιά εικόνα της Παναγίας στην Ρώμη και ίσως σε όλο τον κόσμο. Αμέσως μετά την καταστροφή της Σάντα Μαρία Αντίκουα μεταφέρθηκε στην Σάντα Μαρία Νουόβα. Μετά την ανακαίνιση η εικόνα επέστρεψε εκεί όπου λατρεύονταν από τους πιστούς, κατά τον 9ο αιώνα.

Μια κόγχη με μια τοιχογραφία σπάνιας θεματολογίας με μητέρες και παιδιά: Στο κέντρο η Παναγία με τον Ιησού, αριστερά η Άννα με την Παναγία, δεξιά η Ελισάβετ με τον Άγιο Ιωάννη τον Βαπτιστή.

Η Αγία Σολομονή, μητέρα των Αγίων Επτά Μακκαβαίων που μαρτύρησαν στην Συρία επί Αντιόχου και ο διδάσκαλός τους Ελεάζαρος.

Ο Άγιος Αββάκυρος, κρατώντας χειρουργικά εργαλεία (περ. 757 μ.Χ.)

Προσευχητήριο των Τεσσαράκοντα Μαρτύρων

Ακριβώς πριν την είσοδο της Σάντα Μαρία Αντίκουα βρίσκεται το λεγόμενο «Προσευχητήριο των Τεσσαράκοντα Μαρτύρων». Πρόκειται για ένα τετραγωνικό οίκημα της εποχής του Τραϊανού, στο οποίο προστέθηκε αργότερα μια κόγχη. Ήταν αφιερωμένο στους σαράντα χριστιανούς στρατιώτες της Δωδέκατης Λεγεώνας που υπηρετούσαν στο φρούριο της Μελιτηνής της Καππαδοκίας και σύμφωνα με πηγές (αμφισβητήσιμης ιστορικής αξίας) στις αρχές του 4ου αιώνα τους δόθηκε η επιλογή να θυσιάσουν στα είδωλα ή να πεθάνουν: αφού αρνήθηκαν να αποστατήσουν ρίχτηκαν στα παγωμένα νερά της λίμνης της Σεβαστείας. Το Προσευχητήριο ανακαλύφθηκε το 1901 και ήταν μέρος του συμπλέγματος της Σάντα Μαρία Αντίκουα. Στο εσωτερικό βρίσκονται τοιχογραφίες του 8ου αιώνα, μεταξύ των οποίων αυτή της κόγχης, αφιερωμένη στους Σαράντα Μάρτυρες.

Προσευχητήριο των Σαράντα Μαρτύρων

Προσευχητήριο των Σαράντα Μαρτύρων

Προσευχητήριο των Σαράντα Μαρτύρων, εσωτερικό και εξωτερικό. Στα δεξιά φαίνεται η είσοδος της Santa Maria Antiqua.

Η Σάντα Μαρία Αντίκουα ανήκει στους σκοτεινούς αιώνες του Μεσαίωνα, γέφυρα μεταξύ Βυζαντίου και Ρώμης, και αποτελεί ένα μοναδικό δείγμα προεικονοκλαστικής βυζαντινής τέχνης. Αλλά ταυτόχρονα εδώ γινόμαστε μάρτυρες  της ιστορικής μετάβασης από την κλασική βυζαντινή εικονογραφία σε μια άγουρη ακόμη μεσαιωνική τέχνη, πριν την μεγαλειώδη αναγέννησή της με τους  Cimabue και Giotto.

Η Σάντα Μαρία Αντίκουα βρίσκεται εδώ.

Η εκκλησία βρίσκεται στο εσωτερικό του αρχαιολογικού χώρου της Ρωμαϊκής Αγοράς και για την πρόσβαση χρειάζεται ξεχωριστό εισιτήριο.